Για τη τέχνη, τα καταραμένα παιδιά και την αυτοκτονία// September Reads

Tuesday Nights in 1980

Δεν έχω διαβάσει ποτέ κάτι παρόμοιο με το συγκεκριμένο βιβλίο, ήταν βουτηγμένο στον κόσμο των καλλιτεχνών, σε πίνακες, χρώματα και συναισθήματα. Οι χαρακτήρες του ήταν τόσο ιδιαίτεροι που μπορώ να τους δω να παίρνουν μορφή μπροστά μου: ο αμήχανος κριτικός τέχνης που έχει συναισθησία και βλέπει στους πίνακες αύρες και δάκρυα, ο καλλιτέχνης που περιμένει να τον ανακαλύψουν ενώ τριγυρνά στα κοινόβια της Νέας Υόρκης την εποχή που η τέχνη όριζε το πως θα ζήσουν, και η κοπέλα που ήρθε να ανακαλύψει στη πόλη αυτό που της έλειπε από το ασφυκτικά μικρό χωριό της. Η Νέα Υόρκη είναι από μόνη της ακόμη ένας χαρακτήρας του βιβλίου, τη νιώθεις σε κάθε παράγραφο, δίνει το ύφος της κάθε σκηνής και το χρώμα στη ζωή του κάθε ήρωα. Ταυτόχρονα παρελαύνουν πολλοί ακόμη άνθρωποι, κομμάτι της μεγαλύτερης ιστορίας που συνδέεται με πολύ λεπτά νήματα που βγάζουν νόημα μόνο μέσα από τα μάτια της τέχνης και της ψυχής. Ήταν πολύ όμορφο, σίγουρα παράξενο, σκληρό -ειδικά στη μέση του βιβλίου όπου παίρνει μια σκοτεινή τροπή που δεν περίμενα- και ζωντανό, μίλησε για το τι σημαίνει η τέχνη, τι είναι οι σχέσεις, γιατί δεν μπορούμε πάντα να τις πετύχουμε και τι κερδίζουμε όταν το κάνουμε.

Το Καταραμένο Παιδί

Πιο συζητημένο βιβλίο πέρυσι ίσως δεν υπήρξε, «η όγδοη ιστορία» του Χάρι Πότερ -με τα εισαγωγικά να είναι εσκεμμένα σε αυτή τη θέση. Η αλήθεια είναι το διασκέδασα, η ιστορία ήταν γεμάτη περιπέτειες και νοσταλγικές συναντήσεις με το παρελθόν και ίσως γι’αυτό δεν του έμεινα θυμωμένη, μας χάρισε συγκινητικές αναμνήσεις και βασίστηκε ξεκάθαρα σε αυτό χωρίς υπεκφυγές. Παρ’όλα αυτά δεν είναι κομμάτι του cannon και δεν θα έπρεπε να έχει πουληθεί σαν κάτι αντίστοιχο, δεν το δημιούργησε η ίδια η Rowling και οι χαρακτήρες του δεν μιλούν όπως στα δικά της βιβλία (ειδικά ο Ron). Το θεατρικό είμαι σίγουρη ότι είναι θεαματικό, μια φοβερή εμπειρία για τα παιδιά των 90s και όχι μόνο, μεταξύ μας όμως το βιβλίο δεν ήταν λαμπρό.

 

 

 

 

A Long Way Down

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και τέσσερις άγνωστοι βρίσκονται στην ταράτσα του πιο ψηλού κτιρίου στο Λονδίνο… για να πέσουν κάτω. Μια κωμικοτραγική ιστορία για ένα πολύ ευαίσθητο θέμα που φέρει το βρετανικό χιούμορ ένα επίπεδο παραπάνω. Μπορώ να πω ότι δεν είναι βαρύ αλλά σε μερικά σημεία είναι και θα έλεγα ότι είναι φοβερά αστείο αλλά σε μερικά σημεία δεν είναι, οπότε καταλήγω να μην ξέρω τι να πω γι’αυτό το βιβλίο.. Το συμπάθησα και μου άρεσαν πάρα πολύ και οι τέσσερις αυτοί παράξενοι άνθρωποι που κάποιες φορές είπαν καθολικές αλήθειες για την ανθρωπότητα και τη ματαιότητα της -στα αστεία πάντα- και μου άρεσε και η μοντέρνα γραφή του Nick Hornby (High Fidelity, About a Boy), μου θύμισε το Humans του Matt Haig και μπορώ άνετα να φανταστώ τους δυο τους να κάνουν παρέα και να πίνουν μπύρες σε μια pub, ίσως να έπαιρναν και τον Matthew Quick (The Silver Linings Playbook) μαζί τους. Το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο «Η Κάθοδος των Τεσσάρων»  από τις εκδόσεις Πατάκη, ενώ έχει γυριστεί και σε ταινία με τους Pierce Brosnan, Aaron Paul, Toni Collette και Imogen Poots.

Advertisements

The End We Start From

«The mainland is on fire, they say in so many words.
After the flood, the fire. I’m losing the story.
I am forgetting.»

Μία μικρή ιστορία των 120 σελίδων βουτηγμένη στο σκοτάδι του dystopian είδους, που θύμιζε λίγο το Bird Box και λίγο το The Road.

Δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε έχω διαβάσει πιο πριν με την αφήγηση του να είναι σε μορφή ποιητικής πεζογραφίας, η συγγραφέας γράφει ελάχιστα πράγματα σε κάθε παράγραφο που χωρίζεται από μεγάλα κενά με την επόμενη. Οι λέξεις της είναι πολύ προσεγμένες, ακριβώς επειδή είναι λίγες και καταφέρνει να περάσει έτσι όλο το τρόμο της καταστροφής. Αλλά δεν είναι μια ιστορία τρόμου, είναι κυρίως μια ιστορία για τη σχέση μητέρας και παιδιού, καθώς η πρωταγωνίστρια γεννά στις πρώτες γραμμές του μυθιστορήματος και κουβαλά ένα βρέφος μαζί της καθ’όλη την εξέλιξη του. Είναι δύο πράγματα αντίθετα και δεμένα μεταξύ τους ανέλπιστα καλά.

Το βρίσκω δύσκολο να περιγράψω τι ακριβώς είναι αυτή η ιστορία, γι’αυτό ίσως μ’άρεσε αρκετά. Έχει πειραματικό ύφος και εξαιρετική γραφή, το πρότεινε η Emily St. John Mandel του Station Eleven, οπότε εννοείται ότι θα το διάβαζα, αλλά δεν ξέρω αν είναι για όλους. Είναι πολύ σύντομο και δεν έχει ξεκάθαρη αρχή και τέλος. Μπορείς να το διαβάσεις μέσα σε δύο ώρες και να μην σου έχει σβήσει την ερώτηση του τι έχει γίνει. Αλλά εγώ είμαι sucker για κάτι τέτοια, δεν θέλω να μου δίνουν τίποτα ξεκάθαρα, μ’αρέσει να τα συμπεραίνω όλα μόνη μου. Εν τέλει, θα σας το πρότεινα γιατί με έκανε να νιώσω ότι βρισκόμουν εκεί, στο πλημμυρισμένο Λονδίνο, στα camps επιβίωσης, στην ελπίδα επιστροφής.

Ένα χρόνο χωρίς να αγοράσω βιβλία;

Σκεφτόμουν να πεταχτώ στο Public και να πάρω κάποια βιβλία για τις διακοπές μου και τελείως τυχαία έπιασα από το ράφι της βιβλιοθήκης μου την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Άλκης Ζέη, το ξεκίνησα και τώρα δεν μπορώ να το αφήσω κάτω. Και άρχισα να αναρωτιέμαι πόσα βιβλία ήδη έχω που δεν έχω προλάβει να αρχίσω επειδή πάντα παίρνω κάποιο άλλο, άλλο και άλλο. Και σκέφτηκα… πως ίσως θα μπορούσα να διαβάσω -ή τουλάχιστον να αρχίσω και να δω αν μου αρέσουν- τα αδιάβαστα βιβλία που τόσα χρόνια περιμένουν στα ράφια μου. Ίσως ανακαλύψω θησαυρούς ή τον παλιό ενθουσιασμό που με έκανε να τα αγοράσω εξαρχής.

Λέω λοιπόν να μην αγοράσω για λίγο καιρό κάποιο καινούριο βιβλίο -με εξαίρεση το Ariel της Sylvia Plath και το The End We Start From που είχα παραγγείλει πριν βδομάδες και περιμένω να έρθουν προς το τέλος του μήνα και εννοείται το τέταρτο βιβλίο της Ferrante, όποτε και αν μας τιμήσει με τη παρουσία του -εκτός λοιπόν από αυτά, λέω να μην αγοράσω κάποιο βιβλίο αν συνεχίσουν να μου αρέσουν αυτά που στέκονται στα ράφια μου…

Και με αυτή τη σκέψη ξαφνικά με έπιασε ένας ενθουσιασμός, ίσως φταίει ότι είναι τόσο καλό το βιβλίο της Άλκης Ζέη και με κάνει να πιστεύω ότι και τα υπόλοιπα θα είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Μακάρι! Ίσως μειώσω όλα αυτά που θέλω καιρό να διαβάσω, ίσως ανακαλύψω διαμαντάκια.. Ίσως βαρεθώ τα πάντα και πάω στο Public :p

*To gif είναι από εδώ

To ultimate wishlist μου αυτή τη στιγμή

Αυτές τις μέρες έχω προσθέσει στην to-read λίστα μου, μερικά υπέροχα βιβλία που μέχρι κι εγώ απορώ που τα βρήκα. Θέλω να τα πάρω όλα, τα εξώφυλλα είναι works of art και οι υποθέσεις ακούγονται πολύ ενδιαφέρουσες και ακριβώς το ύφος των ιστοριών που μου αρέσει να μαθαίνω. Continue reading «To ultimate wishlist μου αυτή τη στιγμή»

How can we go back to somewhere we’ve never been?

Διάβαζα τα reviews για το μυθιστόρημα της Gyasi Yaa και στάθηκα στις λέξεις «φιλόδοξο» και «μελλοντικά κλασσικό», δεν το βρήκα δίκαιο. Το βιβλίο δεν προσπάθησε να κάνει κάτι μεγαλειώδες ή λαμπρό, αντιθέτως ήταν φοβερά προσγειωμένο και ανθρώπινο, μίλησε για κάτι που για χρόνια φωνάζουν οι μαύρες φωνές της Αμερικής. Μίλησε για την ιστορία όλων τους.

Είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ, ακολουθεί τις ζωές δύο αδερφών που είχαν τελείως διαφορετική μοίρα, η μία έμεινε στην Αφρική και έζησε εκεί με τους δουλεμπόρους ενώ η άλλη πουλήθηκε σκλάβα στις φυτείες του Νότου της Αμερικής. Συνεχίζει με τα παιδιά τους και έπειτα με τα εγγόνια τους και φτάνει να εξιστορεί τα βιώματα εφτά γενεών μέσα από 14 χαρακτήρες, αφιερώνοντας από λίγες σελίδες στον καθένα τους επικεντρωμένη στον τρόπο που επηρεάστηκαν από το δουλεμπόριο και τον τρόπο που αυτό σχημάτισε τη συλλογική συνείδηση των μαύρων τόσο στην Αμερική όσο και στη Γκάνα της Αφρικής. Ήταν απίστευτα ενδιαφέρον, ένα ταξίδι χρονικό και γεωγραφικό μέσα από βαθιά προσωπικές ιστορίες οικογενειών, ζευγαριών, παιδιών… γεμάτες πόνο αλλά και ευτυχία, μύθους και ασύλληπτης πραγματικότητας. Δεν είναι ένα ευχάριστο βιβλίο (ασχέτως αν το εξώφυλλο του παραπλανεί) αλλά είναι ένα σημαντικό βιβλίο που σου εξηγεί ένα ιστορικό γεγονός που μαύρισε για πάντα την ηθική των λευκών αλλά και των ντόπιων της Δυτικής Αφρικής, όπου συμμετείχαν οι ίδιοι στο εμπόριο κυνηγώντας πολλές φορές ανθρώπους από τα διπλανά χωριά.

Homegoing είναι μια λέξη που χρησιμοποιούν οι Αφροαμερικανοί για να περιγράψουν ότι ο μόνος τρόπος να γυρίσουν πίσω στην Αφρική είναι τελικά με το πνεύμα τους, προσωπικά τον τίτλο τον κατάλαβα στο τελευταίο κεφάλαιο με τον Marcus, ένιωσα να βγάζει νόημα όλη η ιστορία. Το αγαπώ κι εκείνο και την μόλις 26χρονη συγγραφέα του.

Πολλά χρόνια πριν είχα διαβάσει το «19 Λεπτά» της Jodi Picoult και το καινούριο της μυθιστόρημα Small Great Things μου το θύμισε αρκετά. Χωρίζεται σε τρία μέρη και αφηγείται από τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες, την Ruth, μια Αφροαμερικανίδα μαία, την Kennedy, μια προνομιούχο δικηγόρο και τον Turk, έναν νεοναζιστή (η αλήθεια είναι ότι τα δικά του κεφάλαια ήταν τα πιο δύσκολα να διαβάζω).

Ο Turk πήρε τη γυναίκα του στο νοσοκομείο να γεννήσει και όταν η Ruth μπήκε στο δωμάτιο και προσπάθησε να φροντίσει το μωρό, εκείνος απαίτησε από τη διεύθυνση να της απαγορευτεί να το αγγίξει. Έντυσε πολύ ωραία το επιχείρημα του βασισμένος στο ότι στη δημοκρατική του χώρα ο καθένας έχει δικαίωμα να ζητά την εξυπηρέτηση που επιθυμεί, κι εκείνος δεν επιθυμούσε μια μαύρη να ακουμπά το βρέφος του. Την επόμενη βδομάδα γίνεται ένας χαμός στο νοσοκομείο, οι γέννες είναι πολλές, οι καισαρικές ασυνήθιστα επιτακτικές και μέσα στον πανικό των επειγόντων η Ruth αφήνεται μόνη της στο δωμάτιο όπου κοιμάται το μωρό για να το προσέχει. Εκείνο παθαίνει άπνοια και για κάποια δευτερόλεπτα η Ruth διστάζει να το αγγίξει φοβούμενη ότι θα χάσει τη δουλειά της. Όταν η γιατρός μπαίνει μέσα τη διατάζει να αρχίσει CPR, τα λεπτά περνούν, τα βρέφος δεν επανέρχεται και πεθαίνει στα χέρια τους. Ένα περιστατικό που εξελίσσεται σε μια εξαιρετικά περίπλοκη δίκη όπου η Ruth φτάνει να κατηγορείται για δολοφονία εκ προμελέτης. Είναι από τις λίγες φορές που γράφω τόσο αναλυτικά την υπόθεση ενός βιβλίου, αλλά είναι ακριβώς αυτό που παρακίνησε κι εμένα να το αρχίσω.

Περνά σε κάτι μεγαλύτερο από έναν νεοναζιστή και το μίσος του προς τους μαύρους και μπλέκει κοινωνικά θέματα, τη ταυτότητα των φυλών, τις προκαταλήψεις που τελικά όλοι μας κουβαλάμε και θέτει ερωτήματα που απαιτούν άμεση φροντίδα. Είναι διεξοδικά ερευνημένο, η συγγραφέας αφιερώνει το τέλος του βιβλίου της στο πως έφτασε να ασχοληθεί με αυτό το θέμα και με ποιους μίλησε για να μπορέσει να αντιπροσωπεύσει όλες τις πλευρές δίκαια. Αυτό που εγώ προσωπικά έμαθα είναι ότι δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι σε όλους τους ανθρώπους ίσα, γιατί μεγαλώνοντας δεν είχαν όλοι τις ίσες ευκαιρίες και τα ίσα προνόμια, πρέπει να τους φέρεσαι δίκαια. Το επιχείρημα του ότι δεν βλέπεις χρώματα και για ‘σένα είναι όλα ίδια είναι ένα λάθος που πολλοί κάνουμε, χρώματα είναι το μόνο που βλέπουν οι μειονότητες και το γιατί είναι αυτό που θα μας λύσει και το πρόβλημα.

P.S.
Αξίζουν και τα δύο βιβλία να τα διαβάσετε. To δεύτερο μάλιστα θα γίνει ταινία με πρωταγωνίστριες την Viola Davis και τη Julia Roberts. Ο τίτλος του σημερινού post είναι quote από το βιβλίο Homegoing, τον πήρα από έναν διάλογο ανάμεσα σε δύο ήρωες όπου ο ένας ζητά να γυρίσει στην πατρίδα του την Αφρική, ενώ η κοπέλα του απαντά πως δεν μπορεί να επιστρέψει κάπου που δεν είχε υπάρξει ποτέ, πως πατρίδα του τώρα είναι η χώρα που γεννήθηκε κι ας μην τον δέχτηκε ποτέ…

June Book Haul

Πέντε βιβλία που με έχετε παρακινήσει εσείς να διαβάσω:

Η Ιδιωτική Ζωή των Δέντρων, ένα πολύ μικρό διήγημα του Alehandro Zambra, ο οποίος έχει γράψει και το Τρόποι να Γυρίζεις Σπίτι που θέλω επίσης πολύ να διαβάσω. Τον Χιλιανό συγγραφέα έχουν μεταφράσει οι εκδόσεις Ίκαρος και το συγκεκριμένο ονειρικό εξώφυλλο έχει σχεδιάσει ο Χρήστος Κούρτογλου. Η αρχή του μου θύμισε παραμύθι, με είχε βάλει εξ’αρχής σε πειρασμό η Σοφία.

Τα Κορίτσια, το πολυαναμενόμενο best seller της Emma Claine για μία αίρεση στην California του ’60 που σόκαρε την κοινότητα. Διαβάζεται σαν ζάλη, κρύβει πολύ σκοτάδι. (Περισσότερα εδώ.)

Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, ένα πολιτικό μυθιστόρημα που θα μπορούσε να είναι και αυτοβιογραφία της Άλκης Ζέη. Μου σύστησε η Zizeloni να το αρχίσω.

Το Βιβλίο της Κατερίνας του Κορτώ. Ω ναι, αποφάσισα να τον διαβάσω επιτέλους. Με πείσατε όλες.

Γράμμα στον Κωστή της Ξένια Καλογεροπούλου. Ένα γράμμα κάθε μέρα για τον -επί 37 χρόνια- σύντροφο της που έχασε πριν τέσσερα χρόνια. Ένα μεγάλο ταξίδι από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’40 στην Αθήνα ως το παρόν. Αυτή τη φορά με παρακίνησε η Εύα.

Είμαι πολύ περήφανη με τις επιλογές μου αυτό το μήνα!

Summer Reads I

Αυτοί που Φεύγουν και Αυτοί που Μένουν, το τρίτο βιβλίο της ιστορίας της Ferrante. Πολύ διαφορετικό από όλες τις απόψεις, οι ηρωίδες πια δεν έχουν καμία επαφή μεταξύ τους και τα κεφάλαια αντί να συνδυάζονται από τις φωνές τους, είναι ξεκομμένα και απόμακρα. Ωστόσο ακόμη επηρεάζει η μία την άλλη, στις αποφάσεις και στο κουράγιο που κουβαλούν. Κάπου διάβασα ότι είναι υπερβολικό η Έλενα να «ορίζει» τη ζωή της βάσει αυτού που θα έλεγε ή θα έκρινε η Λίλα, αλλά προσωπικά το καταλαβαίνω απόλυτα. Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει να έχετε μία φίλη την οποία ακούτε σαν μικρή φωνούλα στο πίσω μέρος του εγκεφάλου σας να ψιθυρίζει κάθε φορά που νομίζετε ότι κάτι κάνετε λάθος ή πράττετε κάτι συμβατικό, λιγότερο από αυτό που περίμενε από εσάς. Εγώ είμαι τυχερή/άτυχη να έχω μία αντίστοιχη φιλία, τυχερή γιατί η συγκεκριμένη κοπέλα δεν συμβιβάζεται ποτέ, άτυχη επειδή μερικές φορές θες απλά να πετύχει αυτό που επιλέγεις χωρίς να σκέφτεσαι όλους τους τρόπους που μπορεί να στραβώσει. Το τρίτο βιβλίο λοιπόν έκρυβε τεράστιες αλλαγές, πολύ κριτική στην εποχή του -την ιταλική επανάσταση στα πανεπιστήμια, το κομμουνισμό και το φασισμό, το ξεκίνημα του φεμινισμού- γενικότερα όλα τα άκρα που εμφανίζονταν σε μία συντηρητική ως τότε κοινωνία. Πολύ ενδιαφέρον το backround, σε μία εξιστόρηση που επικεντρώθηκε σε δύο πλευρές: τη γυναίκα ως «νοικοκυρά» και τη γυναίκα ως πετυχημένη επαγγελματία. Πάλι στα δύο άκρα. Το έχω ξαναπεί πως η Λίλα είναι η αγαπημένη μου χαρακτήρας σε αυτό το μυθιστόρημα, ίσως και η αγαπημένη μου γενικότερα στα βιβλία που έχω διαβάσει το τελευταίο καιρό, δεν μένει στη θεωρία αλλά στη πράξη, δεν καταπιάνεται με ιδανικά, αλλά τα ενσωματώνει στη ψυχή της, στη ζωή της. Είναι κάτι που θαυμάζω στους ανθρώπους: αυθεντική. Με έχει κάνει πολλές φορές να αναρωτιέμαι αν εγώ ενσωματώνω τα ιδανικά μου ή απλά τα κηρρύτω. Πάρα πολύ όμορφο το τρίτο βιβλίο εν τέλει, καλύτερο από τα δύο προηγούμενα, ανυπομονώ να διαβάσω το τελευταίο! (Μέεεεχρι να μεταφραστεί.)

Κορίτσια της Emma Cline. Είχα ακούσει πολλά γι’αυτό το βιβλίο: ότι πουλήθηκαν τα δικαιώματα του για 1 εκατομμύριο δολάρια, ότι η Emma είναι η νέα φωνή της σύγχρονης αμερικάνικης λογοτεχνίας(!), ότι μιλά για τη γυναικεία ψυχολογία καλύτερα από όλους -άρχισα να το διαβάζω λοιπόν και ξεκαθαρίστηκε όλος αυτός ο μύθος γύρω από το όνομα του. Η αλήθεια είναι ότι η φωνή της Emma Cline είναι ιδιαίτερη, δεν μοιάζει με τίποτα άλλο που έχω διαβάζει, δεν είναι εύκολη και σε κάνει να σκέφτεσαι τη κάθε πρόταση της, ωστόσο δεν είναι ουσιαστική. Μερικές φορές ένιωθα πως διάβαζα κάτι επιτηδευμένο που θα μπορούσε να ειπωθεί πολύ πιο απλά και να περάσει πιο εύστοχα το μήνυμα του. Η γραφή της ήταν γεμάτη μυστήριο και αιωρούμενα quotes, που δεν έλεγαν κάτι σημαντικό και πετούσαν κούφια στον αέρα, ήταν ωραία μεν, ανούσια δε. Η υπόθεση παρ’όλα αυτά είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αναφέρεται σε μια αίρεση που υπήρξε στην California το ’60, η οποία προσηλύτισε μικρά κορίτσια και έφτασε να κάνει αποτρόπαια πράγματα, το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μυθοπλασία γύρω από ένα από τα μέλη της. Μου θύμισε τη σαπίλα και το σκοτάδι που παρουσιάζει η Gillian Flynn, έδωσε vibes από το βιβλίο «Σκοτεινός Τόπος» (Dark Places), είναι παράξενο σίγουρα στην ατμόσφαιρα του. Αξίζει να το διαβάσετε, αλλά δεν άξιζε το χαμό που έγινε γύρω από το όνομα του.

And Still I Rise. Όπως ξέρετε, δεν διαβάζω πολλή ποίηση, δεν βρίσκω εύκολα κάτι να με τραβάει σε αυτό το είδος, αλλά όταν το εντοπίζω με σπάει σε χίλια κομμάτια. Μάλλον αυτή είναι η δύναμη των ποιημάτων, να λένε κάτι σε τέσσερις στίχους κι εσύ να τα κάνεις quote της ζωής σου, να παίρνεις δύναμη και να νιώθεις λιγότερο μόνη. Τη Maya Angelou την αγάπησα! Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή είναι πολύ μικρή αν θέλετε να τη διαβάσετε, μιλά για τις γυναίκες, για το ρατσισμό προς τους μαύρους και για την ελευθερία, δυστυχώς δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά. Αγαπημένο μου ποίημα ήταν το ‘I Rise’:

Did you want to see me broken?
Bowed head and lowered eyes?
Shoulders falling down like teardrops,
Weakened by my soulful cries.

Does my haughtiness offend you?
Don’t you take it awful hard?
‘Cause I laugh like I got gold mines
Diggin’ in my own back yard.

You may shoot me with your words,
You may cut me with your eyes,
You may kill me with your hatefulness,
But still, like air, I’ll rise.

Does my sexiness upset you?
Does it come as a surprise?
That I dance like I’ve got diamonds
At the meeting of my thighs?

Out of the huts of history’s shame
I rise.
Up from a past that’s rooted in pain
I rise
I’m a black ocean, leaping and wide,
Welling and swelling I bear in the tide.

Leaving behind nights of terror and fear
I rise
Into a daybreak that’s wondrously clear
I rise
Bringing the gifts that my ancestors gave,
I am the dream and the hope of the slave.
I rise
I rise
I rise.