«We never accepted that randomness is not a mistake in the equation – it is part of the equation.»

Σε ένα μέλλον που έχουμε καταστρέψει όχι μόνο έναν πλανήτη, αλλά ίσως και περισσότερους, η τεχνητή νοημοσύνη έχει έρθει να πάρει τις σωστές αποφάσεις εκ μέρους της ανθρωπότητας. Εκεί που αρχίζουν να χάνονται οι διακριτές γραμμές του τι είναι ο άνθρωπος και κατά πόσο του αξίζει να επιβιώνει έρχεται η Jeanette Winterson με ένα φανταστικό short story επιστημονικής φαντασίας που δεν ξέρεις αν πρέπει να το κατατάξεις στο fantasy ή στα πολιτικά, οικολογικά και κοινωνιολογικά δοκίμια.

Το μικρό αυτό βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ιστορίες που δεν καταλαβαίνεις ιδιαίτερα πως ενώνονται καθώς τα συνδέει κάτι αφηρημένο και όχι χειροπιαστό. Το πρώτο κομμάτι το λάτρεψα, είναι ένα καθαρά sci-fi στόρυ τρόμου που βασίζεται στην οικολογική καταστροφή, έχει για οδηγό του τη διαστημική εξερεύνηση και το χαοτικό σύμπαν που η φαντασία μας δεν μπορεί ακόμη να αγγίξει.

«The universe has no sides, no end, can’t be mapped. Enough to make a man talk about God, make a man superstitious and worship an idol. The science never gets as far as the strangeness. The more sophisticated my equipment, the stranger the worlds it detects. I sometimes think I’m sailing through a vast thought.»

Είναι μόνο 80 σελίδες αλλά γίνονται τόσα πολλά πράγματα που το διάβαζα αργά αργά για να καταλάβω τα πάντα, υπογράμμιζα αμέτρητα quotes και έκανα τους αναπόφευκτους παραλληλισμούς με τη κοινωνία σήμερα και το πόσο απέχει από αυτό που είχα μπροστά μου(όχι πολύ). Μίλησε για τις γυναίκες που επιλέγουν να μείνουν πάντα νέες με χειρουργικές επεμβάσεις, για τις σεξουαλικές διαστροφές που αυτό γεννά, για το φαγητό και το πως έχει φτάσει να θεωρείται βρώμικο o,τι είναι φυσικό, για τον αναλφαβητισμό και το πως έρχεται η στιγμή που δεν θα είναι αναγκαίο να γράφουμε τίποτα.

Η δεύτερη ιστορία δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον αλλά βρισκόταν εκεί για να συνδέσει το παρελθόν με το μέλλον με έναν κοινό παρανομαστή ώστε να καταλάβουμε τη τρίτη ιστορία που τελικά θριάμβευσε. Νομίζω ότι λαμβάνει χώρα λίγο πριν τη πρώτη (γενικότερα η αφήγηση του βιβλίου δεν είναι γραμμική, ενώνεται με ιδέες και όχι με γεγονότα) και σου δίνει το τέλος, που κάθε άλλο παρά λυτρωτικό θα το χαρακτήριζα. Η τελευταία ιστορία ήταν ένα μείγμα genres, είχε έντονο το κωμικό στοιχείο που δεν βρήκα στις προηγούμενες δύο, το οποίο λειτούργησε ως relief όταν έφτασε μια τρομακτικότατη σκηνή που θύμιζε ξέσπασμα από zombies και με ανατρίχιασε (και μου επέβαλε εφιάλτες), περιείχε ένα θυμωμένο rant ενάντια του καπιταλισμού και του καταναλωτισμού,

 ‘Did you like earning money?’ ‘No it was never enough. Nobody ever had enough money. Rich or poor, money was scarce. The more we had, the less it seemed to buy, and the more we bought, the less satisfied we became. It was a relief when money was gone.’

σχολίαζε τη θρησκεία, τα φύλα και ο,τι πιστεύουμε ότι αποτελεί μια κοινωνία. Ήταν λαμπρό και παρουσίαζε διαλόγους ανάμεσα σε ανθρώπους και ρομπότ που πασχίζουν να μας καταλάβουν αλλά αδυνατούν να ορίσουν την ανθρώπινη φύση και συνείδηση.

Αυτό το βιβλίο είναι πολύ περίεργο, κυρίως μπερδεμένο από μία γυναίκα που κάθε άλλο από ήσυχη ζωή έχει περάσει (αν θυμάστε από την μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της, Oranges Are Not the Only Fruit, είχε υιοθετηθεί από μία υπερβολικά θρησκόληπτη οικογένεια που ποτέ δεν αποδέχτηκε το γεγονός ότι είναι gay -αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο αξίζει αν και είναι λίγο δύσκολο στα αγγλικά και δεν έχει μεταφραστεί ακόμη απ’όσο γνωρίζω), έχει γράψει σπαρακτικές και πανέμορφες ιστορίες αλλά ποτέ δεν περίμενα ότι θα μπορούσε να γράψει επιστημονική φαντασία, το έκανε όμως με έναν αριστουργηματικό τρόπο, πήρε τα στοιχεία της δικής μας σύγχρονης φιλοσοφίας, διογκώνοντας όλα τα αρνητικά και τα ενσωμάτωσε στο απέραντο σύμπαν που μοιάζει αβοήθητο μπροστά μας.

«You can change everything about yourself – your name, your home, your skin colour, your gender, even your parents, your private history – but you can’t change the time you were born in, or what it is you will have to live through.»

*Illustration by Yukai Du

Advertisements

2017 -The Year of Great Books (Damn you book ban!)

Μα εννοείται ότι με το που αποφάσιζα εγώ να μην αγοράσω βιβλία για κάποιο χρονικό διάστημα (ώστε να προλάβω να διαβάζω επιτέλους τα αδιάβαστα που τόσο καιρό με περιμένουν) θα κυκλοφορούσαν διαμάντια και πολυσυζητημένα έργα που χρόνια είχε να δει ο εκδοτικός χώρος. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ. Αλλά δεν πτοούμαι, μέχρι να διαβάσω τουλάχιστον πέντε ακόμη μυθιστορήματα που βρίσκονται στα ράφια μου και συνεχώς το αναβάλω δεν θα αγοράσω τίποτα, θα μείνω να μου τρέχουν τα σάλια με τις παρακάτω κυκλοφορίες: Continue reading «2017 -The Year of Great Books (Damn you book ban!)»

8 Βιβλία κάτω από 200 σελίδες που αγαπώ!

Θεωρώ ότι μια λαμπρή ιδέα μπορεί να ειπωθεί μέσα σε 300 σελίδες εύστοχα και με σωστή τεχνοτροπία, περνά έτσι  το μήνυμα της γρήγορα και εύκολα. Εννοείται ότι υπάρχουν αριστουργήματα που ξεπερνούν τις 600 σελίδες, αλλά υπάρχουν και αυτά που δεν αγγίζουν τις 100 και είναι φανταστικά. Παρακάτω μερικά αγαπημένα μου βιβλία απ’όλα τα genres που δεν είναι πάνω από 200 σελίδες:  Continue reading «8 Βιβλία κάτω από 200 σελίδες που αγαπώ!»

Για τη τέχνη, τα καταραμένα παιδιά και την αυτοκτονία// September Reads

Tuesday Nights in 1980

Δεν έχω διαβάσει ποτέ κάτι παρόμοιο με το συγκεκριμένο βιβλίο, ήταν βουτηγμένο στον κόσμο των καλλιτεχνών, σε πίνακες, χρώματα και συναισθήματα. Οι χαρακτήρες του ήταν τόσο ιδιαίτεροι που μπορώ να τους δω να παίρνουν μορφή μπροστά μου: ο αμήχανος κριτικός τέχνης που έχει συναισθησία και βλέπει στους πίνακες αύρες και δάκρυα, ο καλλιτέχνης που περιμένει να τον ανακαλύψουν ενώ τριγυρνά στα κοινόβια της Νέας Υόρκης την εποχή που η τέχνη όριζε το πως θα ζήσουν, και η κοπέλα που ήρθε να ανακαλύψει στη πόλη αυτό που της έλειπε από το ασφυκτικά μικρό χωριό της. Η Νέα Υόρκη είναι από μόνη της ακόμη ένας χαρακτήρας του βιβλίου, τη νιώθεις σε κάθε παράγραφο, δίνει το ύφος της κάθε σκηνής και το χρώμα στη ζωή του κάθε ήρωα. Ταυτόχρονα παρελαύνουν πολλοί ακόμη άνθρωποι, κομμάτι της μεγαλύτερης ιστορίας που συνδέεται με πολύ λεπτά νήματα που βγάζουν νόημα μόνο μέσα από τα μάτια της τέχνης και της ψυχής. Ήταν πολύ όμορφο, σίγουρα παράξενο, σκληρό -ειδικά στη μέση του βιβλίου όπου παίρνει μια σκοτεινή τροπή που δεν περίμενα- και ζωντανό, μίλησε για το τι σημαίνει η τέχνη, τι είναι οι σχέσεις, γιατί δεν μπορούμε πάντα να τις πετύχουμε και τι κερδίζουμε όταν το κάνουμε.

Το Καταραμένο Παιδί

Πιο συζητημένο βιβλίο πέρυσι ίσως δεν υπήρξε, «η όγδοη ιστορία» του Χάρι Πότερ -με τα εισαγωγικά να είναι εσκεμμένα σε αυτή τη θέση. Η αλήθεια είναι το διασκέδασα, η ιστορία ήταν γεμάτη περιπέτειες και νοσταλγικές συναντήσεις με το παρελθόν και ίσως γι’αυτό δεν του έμεινα θυμωμένη, μας χάρισε συγκινητικές αναμνήσεις και βασίστηκε ξεκάθαρα σε αυτό χωρίς υπεκφυγές. Παρ’όλα αυτά δεν είναι κομμάτι του cannon και δεν θα έπρεπε να έχει πουληθεί σαν κάτι αντίστοιχο, δεν το δημιούργησε η ίδια η Rowling και οι χαρακτήρες του δεν μιλούν όπως στα δικά της βιβλία (ειδικά ο Ron). Το θεατρικό είμαι σίγουρη ότι είναι θεαματικό, μια φοβερή εμπειρία για τα παιδιά των 90s και όχι μόνο, μεταξύ μας όμως το βιβλίο δεν ήταν λαμπρό.

 

 

 

 

A Long Way Down

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και τέσσερις άγνωστοι βρίσκονται στην ταράτσα του πιο ψηλού κτιρίου στο Λονδίνο… για να πέσουν κάτω. Μια κωμικοτραγική ιστορία για ένα πολύ ευαίσθητο θέμα που φέρει το βρετανικό χιούμορ ένα επίπεδο παραπάνω. Μπορώ να πω ότι δεν είναι βαρύ αλλά σε μερικά σημεία είναι και θα έλεγα ότι είναι φοβερά αστείο αλλά σε μερικά σημεία δεν είναι, οπότε καταλήγω να μην ξέρω τι να πω γι’αυτό το βιβλίο.. Το συμπάθησα και μου άρεσαν πάρα πολύ και οι τέσσερις αυτοί παράξενοι άνθρωποι που κάποιες φορές είπαν καθολικές αλήθειες για την ανθρωπότητα και τη ματαιότητα της -στα αστεία πάντα- και μου άρεσε και η μοντέρνα γραφή του Nick Hornby (High Fidelity, About a Boy), μου θύμισε το Humans του Matt Haig και μπορώ άνετα να φανταστώ τους δυο τους να κάνουν παρέα και να πίνουν μπύρες σε μια pub, ίσως να έπαιρναν και τον Matthew Quick (The Silver Linings Playbook) μαζί τους. Το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο «Η Κάθοδος των Τεσσάρων»  από τις εκδόσεις Πατάκη, ενώ έχει γυριστεί και σε ταινία με τους Pierce Brosnan, Aaron Paul, Toni Collette και Imogen Poots.

The End We Start From

«The mainland is on fire, they say in so many words.
After the flood, the fire. I’m losing the story.
I am forgetting.»

Μία μικρή ιστορία των 120 σελίδων βουτηγμένη στο σκοτάδι του dystopian είδους, που θύμιζε λίγο το Bird Box και λίγο το The Road.

Δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε έχω διαβάσει πιο πριν με την αφήγηση του να είναι σε μορφή ποιητικής πεζογραφίας, η συγγραφέας γράφει ελάχιστα πράγματα σε κάθε παράγραφο που χωρίζεται από μεγάλα κενά με την επόμενη. Οι λέξεις της είναι πολύ προσεγμένες, ακριβώς επειδή είναι λίγες και καταφέρνει να περάσει έτσι όλο το τρόμο της καταστροφής. Αλλά δεν είναι μια ιστορία τρόμου, είναι κυρίως μια ιστορία για τη σχέση μητέρας και παιδιού, καθώς η πρωταγωνίστρια γεννά στις πρώτες γραμμές του μυθιστορήματος και κουβαλά ένα βρέφος μαζί της καθ’όλη την εξέλιξη του. Είναι δύο πράγματα αντίθετα και δεμένα μεταξύ τους ανέλπιστα καλά.

Το βρίσκω δύσκολο να περιγράψω τι ακριβώς είναι αυτή η ιστορία, γι’αυτό ίσως μ’άρεσε αρκετά. Έχει πειραματικό ύφος και εξαιρετική γραφή, το πρότεινε η Emily St. John Mandel του Station Eleven, οπότε εννοείται ότι θα το διάβαζα, αλλά δεν ξέρω αν είναι για όλους. Είναι πολύ σύντομο και δεν έχει ξεκάθαρη αρχή και τέλος. Μπορείς να το διαβάσεις μέσα σε δύο ώρες και να μην σου έχει σβήσει την ερώτηση του τι έχει γίνει. Αλλά εγώ είμαι sucker για κάτι τέτοια, δεν θέλω να μου δίνουν τίποτα ξεκάθαρα, μ’αρέσει να τα συμπεραίνω όλα μόνη μου. Εν τέλει, θα σας το πρότεινα γιατί με έκανε να νιώσω ότι βρισκόμουν εκεί, στο πλημμυρισμένο Λονδίνο, στα camps επιβίωσης, στην ελπίδα επιστροφής.

Ένα χρόνο χωρίς να αγοράσω βιβλία;

Σκεφτόμουν να πεταχτώ στο Public και να πάρω κάποια βιβλία για τις διακοπές μου και τελείως τυχαία έπιασα από το ράφι της βιβλιοθήκης μου την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Άλκης Ζέη, το ξεκίνησα και τώρα δεν μπορώ να το αφήσω κάτω. Και άρχισα να αναρωτιέμαι πόσα βιβλία ήδη έχω που δεν έχω προλάβει να αρχίσω επειδή πάντα παίρνω κάποιο άλλο, άλλο και άλλο. Και σκέφτηκα… πως ίσως θα μπορούσα να διαβάσω -ή τουλάχιστον να αρχίσω και να δω αν μου αρέσουν- τα αδιάβαστα βιβλία που τόσα χρόνια περιμένουν στα ράφια μου. Ίσως ανακαλύψω θησαυρούς ή τον παλιό ενθουσιασμό που με έκανε να τα αγοράσω εξαρχής.

Λέω λοιπόν να μην αγοράσω για λίγο καιρό κάποιο καινούριο βιβλίο -με εξαίρεση το Ariel της Sylvia Plath και το The End We Start From που είχα παραγγείλει πριν βδομάδες και περιμένω να έρθουν προς το τέλος του μήνα και εννοείται το τέταρτο βιβλίο της Ferrante, όποτε και αν μας τιμήσει με τη παρουσία του -εκτός λοιπόν από αυτά, λέω να μην αγοράσω κάποιο βιβλίο αν συνεχίσουν να μου αρέσουν αυτά που στέκονται στα ράφια μου…

Και με αυτή τη σκέψη ξαφνικά με έπιασε ένας ενθουσιασμός, ίσως φταίει ότι είναι τόσο καλό το βιβλίο της Άλκης Ζέη και με κάνει να πιστεύω ότι και τα υπόλοιπα θα είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Μακάρι! Ίσως μειώσω όλα αυτά που θέλω καιρό να διαβάσω, ίσως ανακαλύψω διαμαντάκια.. Ίσως βαρεθώ τα πάντα και πάω στο Public :p

*To gif είναι από εδώ